Γλωσσάρι
Γλωσσάριο βασικών όρων!
Browse the glossary using this index
Special | A | B | C | D | E | F | G | H | I | J | K | L | M | N | O | P | Q | R | S | T | U | V | W | X | Y | Z | ALL
Ι |
|---|
Ικανότητα (competency)Δυνατότητα χρήσης γνώσεων, δεξιοτήτων και προσωπικών, κοινωνικών και / ή μεθοδολογικών ικανοτήτων, σε εργασιακές καταστάσεις ή κατά τη διάρκεια σπουδών και στην επαγγελματική και προσωπική ανάπτυξη (Cedefop, 2014). |