Επιχείρηση Πολιτιστικής Κληρονομιάς (ΕΠΚ)

2. Ποιες είναι οι ανάγκες, οι κίνδυνοι και τα οφέλη μιας ΕΠΚ

Η επιχειρηματικότητα της πολιτιστικής κληρονομιάς κατέχει κεντρική θέση στις συζητήσεις για την απελευθέρωση του καινοτόμου, μη τεχνολογικού δυναμικού της περιοχής της Νοτιοανατολικής Ευρώπης, λαμβάνοντας υπόψη την ποικιλομορφία και τον πλούσιο πολιτισμό της ιστορίας των χωρών στην αντίστοιχη ζώνη. Σκοπός αυτού του μαθήματος είναι να παράσχει ορισμένες σημαντικές πτυχές σχετικά με τα εμπόδια που αντιμετωπίζει μια ΕΠΚ, ειδικά στην περίπτωση των ΜΜΕ που αντιπροσωπεύουν το μεγαλύτερο μέρος της επιχειρηματικότητας στον τομέα αυτό. Ταυτόχρονα, σκοπεύουμε να παρουσιάσουμε ορισμένα εγκάρσια προβλήματα και συστάσεις σχετικά με τους πιθανούς τρόπους με τους οποίους θα μπορούσε να επωφεληθεί η ΕΠΚ από την εσωτερική αγορά και την αγορά της ΕΕ και από τον ψηφιακό μετασχηματισμό.

Σε αυτό το πλαίσιο εστιάζουμε στη σημασία των εθνικών και διεθνών παραγόντων που διαδραματίζουν τον ρόλο καθοριστικών παραγόντων για την ενίσχυση της επιχειρηματικότητας, όπως:

  • αποτελεσματική πρόσβαση στη χρηματοδότηση

  • προκλήσεις καινοτομίας

  • εμπόδια στην αγορά

  • δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας

  • κατάρτιση και εκπαίδευση

  • εθνική και διεθνής συνεργασία

Οι ΕΠΚ αποτελούν σημαντικό στοιχείο της πολιτιστικής επιχειρηματικότητας, το οποίο αποτελεί σημαντικό παράγοντα που συμβάλλει στο ΑΕΠ των χωρών, στην ανάπτυξη της αγοράς εργασίας, στις εισαγωγές και εξαγωγές αγαθών και υπηρεσιώνi Παρόλο που δεν υπάρχει ομοφωνία σχετικά με τον ορισμό της ΕΠΚ, ο Δείκτης Επιχειρηματικότητας της EUROSTAT αποκαλύπτει έξι σημαντικούς τομείς για την αποτελεσματικότητα και την καλή λειτουργία της ΕΠΚ, όπως:

  • πρόσβαση στη χρηματοδότηση

  • τεχνολογία και έρευνα και ανάπτυξη

  • επιχειρηματική ικανότητα

  • συνθήκες της αγοράς

  • ρυθμιστικό πλαίσιο

  • επιχειρηματική κουλτούρα

Οι επιχειρηματίες της πολιτιστικής κληρονομιάς, με την ιδιαίτερη περίπτωση των ΜΜΕ, λειτουργούν σε συγκεκριμένες συνθήκες της αγοράς, προσφέρουν αγαθά και υπηρεσίες, η φύση των οποίων είναι κυρίως πολιτιστική, προσανατολισμένη στο περιεχόμενο και λιγότερο εμπορική.

Οι επιχειρηματίες της πολιτιστικής κληρονομιάς, μεταφέρουν στην αγορά αγαθά και υπηρεσίες, οργανώνουν και διαχειρίζονται την πολιτιστική κληρονομιά με εμπορικό ή μη κερδοσκοπικό τρόπο, ανάλογα με τα χαρακτηριστικά της πολιτιστικής κληρονομιάς (ως περιουσιακό στοιχείο, πολιτιστικό κεφάλαιο ή ως καθαρό δημόσιο αγαθό).

Η ΕΠΚ προσπαθεί να αντεπεξέλθει στους στρατηγικούς στόχους των πολιτιστικών περιβαλλοντικών, κοινωνικών, οικονομικών και επιχειρηματικών πολιτικών και περιλαμβάνει ένα σημαντικό πνεύμα διαστάσεων δημιουργίας, όπου ως πρώτη προτεραιότητα θα μπορούσε να θεωρηθεί η πολιτιστική αξία και δεύτερη ή οικονομική αξία ή το αντίστροφο. Σε πολλές περιπτώσεις, ο ΕΠΚ προτιμά το οικονομικό κίνητρο, την εκμετάλλευση της πολιτιστικής αξίας. Η μεγάλη ποικιλομορφία της πολιτιστικής κληρονομιάς παράγει πολλούς τύπους άμεσων και πολλαπλασιασμένων επιδράσεων σε διαφορετικό χρονικό ορίζοντα. Το κυριότερο μέρος των δραστηριοτήτων στο πεδίο της πολιτιστικής κληρονομιάς αποτελείται από μικρές και μικρομεσαίες επιχειρήσεις με 1-3 υπαλλήλους. Οι μεγαλύτερες επιχειρήσεις (περισσότεροι από 50 εργαζόμενοι) αποτελούν το σημαντικότερο μέρος του κύκλου εργασιών (σε επίπεδο εισοδημάτων) στον κλάδο, αν και το μερίδιό τους στο συνολικό αριθμό των επιχειρήσεων πολιτιστικής κληρονομιάς είναι λιγότερο από 1%. Το χαρακτηριστικό μέγεθος των επιχειρήσεων πολιτιστικής κληρονομιάς, που ονομάζεται «missing middle» επιβάλλει σημαντική διαφοροποίηση για τους φορείς χάραξης πολιτικής, ιδίως για τις συνθήκες χρηματοδότησης των πολύ μικρών επιχειρήσεων που αντιμετωπίζουν δυσκολίες να αναπτυχθούν σε μεσαίου μεγέθους. Οι επιχειρήσεις μεγάλης κλίμακας έχουν το πλεονέκτημα μιας αποτελεσματικής δομής για αναπτυξιακές και ερευνητικές δραστηριότητες. Οι μικρού μεγέθους επιχειρήσεις έχουν υψηλότερο δυναμισμό, μεγαλύτερη ευελιξία και μικρότερη ανάληψη κινδύνων. Η προσαρμογή σε μια πιο ευέλικτη και δυναμική στάση ώστε να ανταποκρίνονται στις ευκαιρίες της αγοράς, με μεγαλύτερη υποδομή, η οποία περιλαμβάνει την προμήθεια πόρων. Η προσβασιμότητα του πληθυσμού των προϊόντων και των υπηρεσιών της πολιτιστικής κληρονομιάς αποτελεί θεμελιώδη παράγοντα για τη διατήρηση της ταυτότητας, της κληρονομιάς και των δυνατοτήτων των εθνικών και διεθνών επαφών των κοινοτήτων, στο πλαίσιο των ορθών πρακτικών και της βιώσιμης στρατηγικής διαχείρισης. Τη Η μέγιστη ευθύνη ανήκει στο δημόσιο τομέα καθώς αποτελεί τον σημαντικότερο θεματοφύλακα των περιουσιακών στοιχείων της πολιτιστικής κληρονομιάς, που ενδιαφέρεται για το σεβασμό των τοπικών, περιφερειακών και εθνικών πολιτιστικών χαρακτηριστικών και για την οικειοποίηση των πολιτιστικών αξιών από τον πληθυσμό.

Ένας βασικός παράγοντας για την προώθηση της πολιτιστικής κληρονομιάς είναι η πρόσβαση στη γνώση και την εκπαίδευση, με στόχο τη βελτίωση της ευαισθητοποίησης και της δεοντολογίας για αυτή, της δημιουργίας ικανοτήτων και επαγγελματικής κατάρτισης, της θέσπισης κατάλληλων επιπέδων κατάρτισης σύμφωνα με διάφορες κατηγορίες ενδιαφερομένων ή δικαιούχων. Η προσβασιμότητα του πολιτιστικού προϊόντος εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από τον επιχειρηματικό χαρακτήρα και την τυπολογία του. Η υπάρχουσα βιβλιογραφία διακρίνει διάφορους τύπους κατηγοριών επιχειρήσεων πολιτιστικής κληρονομιάςii Μία από τις πιο χρήσιμες ταξινομήσεις είναι αυτή που τις διαφοροποιεί μεταξύ: α) κερδοσκοπικού χαρακτήρα, β) μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα και γ) κοινωνικού προσανατολισμού υβριδικού τύπου των α) και β). Στην περίπτωση μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα, η προσβασιμότητα του προϊόντος είναι κατά κανόνα σχετικά μεγαλύτερη. Το οικονομικά προσανατολισμένο υβρίδιο στοχεύει στη δημιουργία κερδών στο πλαίσιο διαφορετικών συστημάτων εταιρικών σχέσεων δημόσιου και ιδιωτικού τομέα. Το κύριο πεδίο του κοινωνικά προσανατολισμένου υβριδικού τύπου είναι η αύξηση της κοινωνικής εκπαίδευσης και ευημερίας του πληθυσμού, η οποία με τη σειρά της παράγει οριζοντίως και καθέτως αρκετά θετικά πολλαπλασιασμένα αποτελέσματα σε μικροοικονομικά, μεσοοικονομικά και μακροοικονομικά επίπεδα.



i WIPO, 2003

ii Santana; Nelson; Oliveira F., 2011; Smith A., 1967